Τρίτη 15 Μαΐου 2018

Ενότητα-οργάνωση-τόλμη Τώρα είναι η ώρα για νέες διεκδικήσεις


Λιτότητα, υπερχρέωση και υπερφορολόγηση κρατούν τη χώρα στην κλίνη του Προκρούστη, και η «έξοδος από το δανειακό πρόγραμμα» τον Αύγουστο δεν θα αλλάξει ριζικά την κατάσταση. Όμως, σε μια σειρά τομείς, τα κέρδη των αφεντικών μας αυξάνονται, ενώ πανευρωπαϊκά το μεγαλοαστικό στρατόπεδο βρίσκεται σε σύγχυση, πολιτική διαίρεση και κρίση ηγεσίας. Τώρα είναι η ώρα να αρχίσουμε και πάλι ως συνειδητοί εργαζόμενοι να διεκδικούμε αυτά που δικαιούμαστε, αυτά που μας στέρησαν.

Η αυξανόμενη αντίσταση της γαλλικής εργατικής τάξης στα αντεργατικά μέτρα του Μακρόν είναι το πρώτο επεισόδιο μιας αφύπνισης της ευρωπαϊκής εργατικής μας τάξης, που, ό,τι και να κάνουν οι εκμεταλλευτές καπιταλιστές, δεν θα μπορέσουν να την αποτρέψουν.

1. Μπορεί η απειλή κλιμάκωσης του πολέμου στη Συρία και η ένταση στο Αιγαίο να κυριάρχησαν στην επικαιρότητα τις τελευταίες εβδομάδες, ωστόσο εμείς πιστεύουμε ότι οι εξελίξεις που θα επηρεάσουν περισσότερο τις προοπτικές της χώρας μας και του λαού μας είναι άλλες. Συγκεκριμένα, είναι η επιταχυνόμενη στροφή του παγκόσμιου καπιταλισμού στον προστατευτισμό, που θα οξύνει σίγουρα την κρίση αυτής της σύγχρονης φυλακής των λαών που ακούει στο όνομα «Ευρωπαϊκή Ένωση». Και ακόμα είναι η μάχη που δίνει αυτή τη στιγμή η γαλλική εργατική τάξη ενάντια στις θρασύτατες αντεργατικές επιθέσεις του Μακρόν, μια μάχη που θα επηρεάσει τον ταξικό συσχετισμό σε όλη την Ευρώπη.
Όσον αφορά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ελληνο-τουρκικής έντασης και πολεμοκαπηλίας, έχουμε να πούμε ότι: αυτά που συμβαίνουν στο Αιγαίο και την Κύπρο έχουν άμεση σχέση με αυτά που συμβαίνουν στη Συρία. Έχουμε μια παγκόσμια όξυνση των ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, που σε τελευταία ανάλυση αποδεικνύει ότι το σύστημα δεν είναι σε θέση να δώσει συναινετικές λύσεις στα αδιέξοδα που το ίδιο δημιουργεί. Η όξυνση αυτή ξεσπά, για μια ακόμα φορά, σε μια περιοχή του κόσμου όπου συνυπάρχουν ο παράγοντας «ενέργεια» και μια σειρά από καθεστώτα με ιστορικά άλυτα προβλήματα εθνικής και αστικής ολοκλήρωσης.
Η κατάκτηση συριακού εδάφους χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις (Αφρίν), η πολιτική του εξευμενισμού του τουρκικού καθεστώτος που ακολουθούσε παγίως ο ελληνικός καπιταλισμός και οι εσωτερικές αντιφάσεις της ίδιας της Τουρκίας σπρώχνουν τον Ερντογάν σε επιθετικές κινήσεις, ή για την ακρίβεια σε ένα παιχνίδι προκλήσεων, προκειμένου να τεστάρει τα όρια της Ελλάδας, αλλά και των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που έχουν παρουσία στην περιοχή. Παρομοίως, βέβαια, και η «δική μας» πλευρά, ο ελληνικός καπιταλισμός, αντιλαμβανόμενος τις κακές σχέσεις Ε.Ε. και ΗΠΑ με την Τουρκία, επιδιώκει να αναβαθμίσει τη θέση του στην περιοχή και προσανατολίζεται και αυτός σε μια πιο διεκδικητική στάση.
Ωστόσο, όλ’ αυτά δεν σημαίνουν ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος ενός ανοιχτού ελληνο-τουρκικού πολέμου. Η Ελλάδα βρίσκεται στη γνωστή οικονομική κατάσταση, ενώ το καθεστώς Ερντογάν δεν αισθάνεται καθόλου ασφαλές σε σχέση με τις ίδιες του τις στρατιωτικές δυνάμεις – και το Αιγαίο δεν είναι σε καμία περίπτωση Αφρίν.
Όσο για τη Συρία, είναι τόσο δύσκολο να βρεθεί μια συνθήκη ισορροπίας μεταξύ των πολλών ξένων και εγχώριων δυνάμεων που έχουν παρουσία στο πεδίο της μάχης, που πιθανότατα ο εγκληματικός αυτός πόλεμος, με τις δραματικές συνέπειες για τον συριακό λαό, θα συνεχιστεί, τουλάχιστον για μια περίοδο. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι μπορεί να μετατραπεί σε έναν ανοιχτό ενδο-ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ο μεγάλος ανταγωνιστής των ΗΠΑ είναι η Κίνα. Οι Αμερικανοί δεν θα ρισκάρουν κάποια στρατιωτική κλιμάκωση με τη Ρωσία, όταν η τελευταία δεν απειλεί σοβαρά τα οικονομικά τους συμφέροντα σε πλανητικό επίπεδο.
Όλ’ αυτά τα λέμε γιατί δεν πρέπει ο λαός μας να επηρεάζεται από ένα κλίμα πολεμοκαπηλίας ή να παρασύρεται σε απαισιόδοξες και φοβικές λογικές για το τι παίζεται γύρω μας. Φυσικά, χρειάζεται αντιπολεμική εγρήγορση από όλο το συνειδητό και σκεπτόμενο κομμάτι του λαού μας, καθώς και η καλλιέργεια των πιο ειλικρινών σχέσεων αλληλεγγύης με αντίστοιχα κομμάτια του τουρκικού λαού, και όλων των λαών της περιοχής.     

2. Η κρισιμότερη ταξική μάχη στην Ευρώπη είναι σίγουρα αυτή που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Γαλλία. Μετά τον νόμο που υπονόμευσε τις συλλογικές συμβάσεις και διευκόλυνε τις απολύσεις, έναν χρόνο πριν, ο Μακρόν επιδιώκει τώρα να τσακίσει ένα από τα πιο οργανωμένα κομμάτια της γαλλικής εργατικής τάξης, τους σιδηροδρομικούς. Παρά τις συμβιβαστικές διαθέσεις της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, έχει ήδη σχηματιστεί ένα μέτωπο των σιδηροδρομικών με τους εργαζόμενους του δημοσίου (που αντιμετωπίζουν μαζικές απολύσεις), τους εργαζόμενους διαφόρων άλλων κλάδων (Air France, ενέργεια κ.λπ.), καθώς και τους φοιτητές και τους συνταξιούχους.
Τα μέσα ενημέρωσης καλλιεργούν για τον Μακρόν την εικόνα ενός «δημοφιλούς μεταρρυθμιστή». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα λυσσασμένο σκυλί των πιο αντιδραστικών μερίδων του γαλλικού κεφαλαίου, που κάνει την ύστατη προσπάθεια μιας νεοφιλελεύθερης «αντεπανάστασης» στη Γαλλία. Είμαστε σίγουροι ότι τελικά θα αποτύχει. Κι αυτό, πρώτον, γιατί οι προτάσεις του για «μεταρρύθμιση» της ευρωζώνης δεν θα γίνουν δεκτές από τη Γερμανία και αυτό θα τον απαξιώσει πολιτικά. Δεύτερον, γιατί οι επιθέσεις στην εργατική τάξη δεν θα λύσουν το θεμελιώδες πρόβλημα της «φυγής» της βιομηχανίας που αντιμετωπίζει η Γαλλία. Τρίτον, γιατί η γαλλική εργατική τάξη, όσο περνάει ο καιρός, θα αντιστέκεται όλο και πιο αποφασισμένα. Και τέταρτον, γιατί η πολιτική του Μακρόν έρχεται σε αντίθεση με τις σημερινές τάσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Σήμερα ο παγκόσμιος καπιταλισμός στρέφεται ξανά προς τον εθνικό προστατευτισμό, με πρωτοπορία βέβαια τις ΗΠΑ και την Αγγλία. Οι δύο τελευταίες εκλογικές διαδικασίες, στη Γερμανία και την Ιταλία, επιβεβαίωσαν αυτή την τάση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανεβαίνει ο ευρωσκεπτικισμός. Ο οποίος πλέον είναι δύο ειδών. Ο ευρωσκεπτικισμός του Νότου, που λέει ότι δεν μπορούμε να δεχόμαστε άλλες εντολές από τις Βρυξέλλες, που κατά κανόνα είναι εντολές λιτότητας. Και ο ευρωσκεπτικισμός του Βορρά, που λέει ότι δεν θέλουμε να καλύπτουμε τα ελλείμματα του Νότου ή να αναλάβουμε περισσότερο δημοσιονομικό ρίσκο, π.χ., μέσω μιας «τραπεζικής ενοποίησης», ή ακόμα χειρότερα μέσω ενός κοινού υπουργού Οικονομικών της ευρωζώνης. Το αποτέλεσμα, βέβαια, παρά τη διαφορετική αφετηρία, είναι το ίδιο: η απομάκρυνση από το πάλαι ποτέ «όραμα» της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης.

3. Όλες οι παραπάνω τάσεις μπορούν να βοηθήσουν τις ευρωπαϊκές εργατικές τάξεις να αυξήσουν τη διεκδικητική τους δύναμη. Το γιατί δεν είναι δύσκολο να το διαπιστώσει κανείς. Ήδη η εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ και το δημοψήφισμα του Brexit είχαν προκαλέσει ένα σοκ στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι του ευρωπαϊκού κεφαλαίου αναγκάστηκαν να καταδικάσουν την υπερβολική λιτότητα και να υποσχεθούν ότι θα δώσουν μεγαλύτερη προσοχή στα «θύματα της παγκοσμιοποίησης». Η πρώτη σκέψη τους, βέβαια, ήταν να κερδίσουν χρόνο, να απαξιώσουν πολιτικά τον Τραμπ και τη Μέι και να ξαναγυρίσουν στην ίδια πολιτική. Η αποφασιστικότητα του Τραμπ να προωθήσει τον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα (και έμμεσα με την Ε.Ε.) και οι νέες εκλογικές επιτυχίες των δυνάμεων που τείνουν προς τον προστατευτισμό μετέτρεψαν το σοκ σε επιθανάτια αγωνία. Έχουμε μια κατάσταση όπου η καπιταλιστική Ευρώπη είναι και συνολικά αποδυναμωμένη και διασπασμένη γύρω από το θέμα του προστατευτισμού, το προσφυγικό, τη δομή της ευρωζώνης, την ένταση της αντεργατικής επίθεσης κ.λπ. Πιο χαρακτηριστική είναι η κατάσταση στη Γερμανία, όπου η νέα κυβέρνηση της Μέρκελ μοιάζει σαν υπηρεσιακή, ο ευρωσκεπτικισμός ανεβαίνει, ενώ οι εργαζόμενοι του δημοσίου και κάποιοι ισχυροί εργατικοί κλάδοι που κινητοποιήθηκαν, κέρδισαν, μετά από πολλά χρόνια, αυξήσεις.
Με δυο λόγια, είναι μια μεγάλη ευκαιρία για την εργατική μας τάξη να εκμεταλλευτεί τη σύγχυση και τις διαφωνίες στο στρατόπεδο του ταξικού εχθρού, προκαλώντας του σοβαρά ρήγματα.

4. Όσον αφορά τη χώρα μας, βλέπουμε την τελευταία περίοδο μια σαφή ανάκαμψη στους πιο οργανωμένους παραγωγικούς κλάδους, όπως η μεγάλη βιομηχανία, μια αργή ανάκαμψη άλλων καίριων κλάδων, όπως η οικοδομή, και μια μικρή αλλά όχι ασήμαντη μείωση της ανεργίας. Επίσης, ο κόσμος δεν πάει δεξιά – ο Μητσοτάκης έχει μεγάλο πρόβλημα να πείσει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα για την ακραία νεοφιλελεύθερη ατζέντα του. Η κυβέρνηση, έχοντας υλοποιήσει ούτως ή άλλως τις βασικές απαιτήσεις των «δανειστών», επιδιώκει να «ρεφάρει» με την υποτιθέμενη «καθαρή έξοδο» από το δανειακό πρόγραμμα τον Αύγουστο, με την υποτυπώδη «ελάφρυνση» του χρέους (εάν και εφόσον συμφωνηθεί), καθώς και με τις υποσχέσεις για επαναφορά κάποιου τύπου συλλογικών συμβάσεων και «σταδιακή» αύξηση του κατώτατου μισθού. Φυσικά, με αυτούς τους φόρους, με αυτούς τους μισθούς, χωρίς τραπεζική χρηματοδότηση στην οικονομία, με την κατανάλωση σκοτωμένη κ.λπ., η υπόθεση «ανάπτυξη» θα κινείται για μια μεγάλη περίοδο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.
Για εμάς τους εργαζόμενους, τους φτωχούς, τα καταπιεζόμενα στρώματα, ένα έχει σημασία: ή θα αποδεχθούμε παθητικά αυτή την κατάσταση, και θα το ρίξουμε στην απαισιοδοξία και την καταστροφολογία, ή θα εκμεταλλευτούμε τις όποιες δυνατότητες υπάρχουν, για να οργανωθούμε και να αρχίσουμε να διεκδικούμε αποφασιστικά. Ο συσχετισμός είναι δύσκολος αλλά τα πράγματα δεν είναι σε καμιά περίπτωση «μαύρα». Και κάποιες συλλογικές συμβάσεις έχουν αρχίσει να υπογράφονται (σε μεγάλες επιχειρήσεις ή πρόσφατα στον χώρο των φαστ φουντ-ντελίβερι), και θεσμικά αιτήματα παλεύονται από αρκετούς κλάδους, και σχετικά δυναμικότεροι αγώνες πραγματοποιούνται (ΔΕΗ, ναυτεργάτες, αναπληρωτές εκπαιδευτικοί, πάλη κατά των πλειστηριασμών, καθαρίστριες σχολείων, κάποια εργοστάσια). Με σωστά ζυγισμένα αιτήματα, επιμονή, ενότητα, νέες, τολμηρές μορφές πάλης, και κυρίως με φρέσκες, μάχιμες δυνάμεις στην κεφαλή, μπορούμε και οφείλουμε τώρα να βροντοφωνάξουμε στους καπιταλιστές, την κυβέρνηση, τους «δανειστές»: Μην ελπίζετε σε έξοδο από τα μνημόνια με την εργατική τάξη και τον λαό γονατιστό! Θα διεκδικήσουμε πίσω όσα χάσαμε και ακόμα περισσότερα, θα διεκδικήσουμε μια ανθρώπινη ζωή για εμάς και τα παιδιά μας. Και αν το παρηκμασμένο σύστημά σας δεν μπορεί να την προσφέρει, τόσο το χειρότερο για αυτό!

1.5.2018
Η Συντακτική Επιτροπή